Μετάφραση του "van" σε Ελληνικά
Οι βαγόνι, φορτηγάκι, ημιφορτηγό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "van" σε Ελληνικά.
A (covered) vehicle used for carrying goods or people, usually roughly cuboid in shape, longer and higher than a car but smaller than a truck. [..]
-
βαγόνι
noun neuterenclosed railway vehicle [..]
We have complaints of offensive smells from two vans on the restaurant premises.
Έχουμε παράπονα για προσβλητικές μυρωδιές από δύο βαγόνια στην περιοχή του εστιατορίου.
-
φορτηγάκι
noun neuterA (covered) vehicle used for carrying goods
Dev could use your assistance in the van, if you please.
O Ντεβ χρειάζεται τη βοήθειά σου στο φορτηγάκι.
-
ημιφορτηγό
noun neuterA (covered) vehicle used for carrying goods
All right, well, we have reports that there was a white van in the area.
Έχουμε αναφορές, ότι εθεάθη ένα λευκό ημιφορτηγό στην περιοχή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φορτηγό
- άμαξα
- σκευοφόρος
- αβάν-γκαρντ
- πρωτοπορία
- βαν
- αβανγκάρντ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " van " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A male given name, diminutive of Vance or Ivan [..]
"Van" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Van στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Abbreviation of [i]Vancouver[/i].
"VAN" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το VAN στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "van"
Φράσεις παρόμοιες με "van" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βαν Γκογκ
-
Ζώνες Βαν Άλεν
-
Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ
-
Βαν Χέλσινγκ
-
σαλταδόρος
-
Δίκτυο προστιθέμενης αξίας
-
ημιφορτηγό
-
Τζέιμς βαν Άλεν