Μετάφραση του "vanilla" σε Ελληνικά
Οι βανίλια, Βανίλια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vanilla" σε Ελληνικά.
vanilla
adjective
noun
γραμματική
(uncountable) The extract of this fruit. [..]
-
βανίλια
noun feminineartificial extract [..]
If this is the future, I'll take vanilla.
Αν αυτό είναι το μέλλον, θα πάρω βανίλια.
-
Βανίλια
flavoring
If this is the future, I'll take vanilla.
Αν αυτό είναι το μέλλον, θα πάρω βανίλια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vanilla " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "vanilla"
Φράσεις παρόμοιες με "vanilla" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παγωτό βανίλια
-
βανίλια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη