Μετάφραση του "vasculitis" σε Ελληνικά

Το αγγειίτιδα είναι η μετάφραση του "vasculitis" σε Ελληνικά.

vasculitis noun γραμματική

(pathology) A group of diseases featuring inflammation of the wall of blood vessels. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγειίτιδα

    vascular disease that is characterized by inflammation of the blood vessels

    Systemic vasculitis can cause lesions and inflammations throughout the body.

    Η συστηματική αγγειίτιδα μπορεί να προκαλέσει βλάβες και φλεγμονή οπουδήποτε στο σώμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vasculitis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vasculitis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη