Μετάφραση του "veiled" σε Ελληνικά

Οι καλυμμένος (μτφ), κουκουλωμένος, πεπλοφορώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "veiled" σε Ελληνικά.

veiled adjective verb

Hidden, such as by a veil. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλυμμένος (μτφ)

  • κουκουλωμένος

  • πεπλοφορώ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκεπασμένος με πέπλο
    • συγκαλυμμένος
    • υπολανθάνων, -ουσα, -ον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " veiled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "veiled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βέλο · κάλυμμα (μτφ) · καλύπτω · καταπέτασμα · πέπλο · πέπλο (μτφ) · πέπλος · παραπέτασμα · σκεπάζω · συγκαλύπτω
  • ύπερος
  • καλύπτρα προσώπου · φερετζές
  • αμυδρά συγκαλυμμένος · υφέρπων, -ουσα, -ον
  • βέλο
  • γίνομαι μοναχή
  • βέλο · κάλυμμα (μτφ) · καλύπτω · καταπέτασμα · πέπλο · πέπλο (μτφ) · πέπλος · παραπέτασμα · σκεπάζω · συγκαλύπτω
  • βέλο · κάλυμμα (μτφ) · καλύπτω · καταπέτασμα · πέπλο · πέπλο (μτφ) · πέπλος · παραπέτασμα · σκεπάζω · συγκαλύπτω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "veiled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη