Μετάφραση του "venerating" σε Ελληνικά

Το ευλαβικός είναι η μετάφραση του "venerating" σε Ελληνικά.

venerating adjective verb

Present participle of venerate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευλαβικός

    adjective

    However, as time wore on, Taoism became a system of worship venerating a pantheon of many gods and goddesses.

    Εντούτοις, με την πάροδο του χρόνου, ο Ταοϊσμός εξελίχθηκε σε σύστημα λατρείας βάσει του οποίου αποδιδόταν ευλαβικός σεβασμός σε πολλούς θεούς και θεές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " venerating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "venerating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αφροδίσιος
  • αποδίδω ευλάβεια σε · αποδίδω ευλάβεια σε ... To treat with great respect and deference · σέβομαι · τιμώ
  • αφροδίσιο · αφροδίσιο νόσημα
  • προς τιμήν [+Γεν.]
  • αφοσίωση · δέος · ευλάβεια · κατάνυξη · λατρεία · σεβασμός
  • Κονδυλώματα πρωκτού
  • αρχαία · μεγαλόσχημος · σεβάσμιος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "venerating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη