Μετάφραση του "vent" σε Ελληνικά

Οι οπή, διέξοδος, άνοιγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vent" σε Ελληνικά.

vent verb noun γραμματική

An opening through which gases, especially air, can pass. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οπή

    noun feminine

    In all cases where present, close the barrel's gas vent by welding.

    Όπου υπάρχει, κλείστε την οπή αερίων της κάννης με συγκόλληση.

  • διέξοδος

    noun

    Closing these vents would be a good start.

    Κλείνοντας αυτές τις διεξόδους θα ήταν μια καλή αρχή.

  • άνοιγμα

    noun neuter

    And so, in my dad's room, there's a vent that connects to her room.

    Στο δωμάτιο του πατέρα μου, υπάρχει ένα άνοιγμα, που συνδέεται με το δωμάτιό της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αεραγωγός
    • εκπέμπω
    • τρύπα
    • στόμιο
    • ξεθυμαίνω
    • εκτονώνομαι
    • αερίζω
    • εκτονώνω
    • εκφέρω
    • βγάζω απωθημένα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Vent
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στόμιο, άνοιγμα

Εικόνες με "vent"

Φράσεις παρόμοιες με "vent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη