Μετάφραση του "verifier" σε Ελληνικά

Οι ελεγκτής, επαληθευτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verifier" σε Ελληνικά.

verifier noun γραμματική

Agent noun of verify; one who verifies. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεγκτής

    noun

    The verifier of the data must possess independently a trusted European public key.

    Ο ελεγκτής των δεδομένων πρέπει να διαθέτει ανεξάρτητα ένα έμπιστο ευρωπαϊκό δημόσιο κλειδί.

  • επαληθευτής

    The environmental verifier shall prepare a report for the organisation's management.

    Ο επαληθευτής συντάσσει έκθεση προς τη διοίκηση του οργανισμού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verifier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "verifier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναμένω · διαπιστώνω · διασταυρούμενος · ελέγχω · εξακριβώνω · εξακριβώνω, επαληθεύω · επαλήθευση · επαληθεύομαι · επαληθεύω · επιβεβαιώνω · περιμένω · το να αποδεικνύεις οτι κάτι είναι αληθές
  • επαληθεύω
  • βεβαιώνω το γνήσιο τής υπογραφής κάποιου
  • Υπογεγραμμένο - επικυρωμένο
  • καθορίζω, εξακριβώνω, αποφασίζω
  • Επαλήθευση εφαρμογών
  • επαληθεύσιμος
  • εξακριβωμένα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verifier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη