Μετάφραση του "vice" σε Ελληνικά

Οι μέγκενη, ελάττωμα, βίτσιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vice" σε Ελληνικά.

vice adjective verb noun adposition γραμματική

A bad habit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέγκενη

    noun
  • ελάττωμα

    noun neuter

    Yet because of its being such a common vice most persons fail to take it seriously.

    Εν τούτοις, επειδή είναι ένα κοινό ελάττωμα, πολλοί άνθρωποι αποτυγχάνουν να το προσέξουν σοβαρά.

  • βίτσιο

    Noun

    But where's the limit between vice and normality?

    Ασαφή τα όρια ανάμεσα στο βίτσιο και το φυσιολογικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέγγενη
    • ατέλεια
    • αδυναμία
    • ανηθικότητα
    • διαστροφή
    • κουσούρι
    • φαυλότητα
    • φαυλότης
    • κακία
    • ακολασία
    • εξαχρείωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vice " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vice"

Φράσεις παρόμοιες με "vice" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vice" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη