Μετάφραση του "viewership" σε Ελληνικά
Οι τηλεθέαση, θεαματικότητα, τηλεθεαματικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "viewership" σε Ελληνικά.
viewership
noun
γραμματική
collectively, the viewers of a television program [..]
-
τηλεθέαση
Noun feminineviewers, collectively
Football tournaments therefore provide guaranteed viewership for long periods.
Τα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα παρέχουν συνεπώς εξασφαλισμένη τηλεθέαση για μεγάλες περιόδους.
-
θεαματικότητα
Noun feminineviewers, collectively
Not that we don't appreciate their loyal viewership.
Όχι πως δεν εκτιμούμε την πιστή τους θεαματικότητα.
-
τηλεθεαματικότητα
Noun feminineviewers, collectively
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " viewership " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη