Μετάφραση του "vilify" σε Ελληνικά

Οι διασύρω, δυσφημώ, κακολογώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vilify" σε Ελληνικά.

vilify verb γραμματική

(transitive) To say defamatory things about someone or something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διασύρω

    verb

    Agent Mackelway, you have shamed and vilified this bureau with your methods.

    Ντρόπιασες και διέσυρες την Υπηρεσία με τις μεθόδους σου.

  • δυσφημώ

  • κακολογώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαπομπεύω
    • εξευτελίζω
    • υβρίζω
    • εκθέτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vilify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vilify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη