Μετάφραση του "violent" σε Ελληνικά

Οι βίαιος, έντονος, δυνατός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "violent" σε Ελληνικά.

violent adjective verb noun γραμματική

Involving extreme force or motion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βίαιος

    adjective masculine

    likely to use physical force [..]

    Tom was never violent.

    Ο Τομ δεν ήταν ποτέ βίαιος.

  • έντονος

    adjective masculine

    intensely vivid

  • δυνατός

    adjective masculine

    intensely vivid

    Because I had the sudden desire and violent kiss you have you crush lips.

    Γιατί είχα την ξαφνική επιθυμία να σου δώσω ένα δυνατό φιλί μέχρι να σου πονέσω τα χείλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ειδεχθής
    • σφοδρός
    • άγριος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " violent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "violent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έχω βίαιη εξέλιξη · αγριεύω · καταλήγω σε βία · καταλήγω σε βίαια επεισόδια
  • βίαιος εξτρεμισμός · εξτρεμιστική βία
  • βίαιο έγκλημα
  • θύελλα · καταιγίδα · σφοδρή θύελλα
  • βιαιότητες · πράξεις βίας
  • βιαιοπραγία · βιαιότητα
  • ραγδαίος
  • απότομα · βίαια · βιαίως · κακήν κακώς · με βίαια μέσα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "violent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη