Μετάφραση του "vision" σε Ελληνικά

Οι όραμα, όραση, διορατικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vision" σε Ελληνικά.

vision verb noun γραμματική

(uncountable) The sense or ability of sight. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όραμα

    noun neuter

    a religious or mystical experience [..]

    It's not a vision, it's just common sense.

    Δεν είναι ένα όραμα, είναι απλά η κοινή λογική.

  • όραση

    noun feminine

    sense or ability of sight [..]

    Ben's camera, the tranquiliser gun and the binocular all have night vision.

    Η κάμερα του Μπέν, το ηρεμιστικό όπλο και η διόφθαλμη όλα έχουν νυχτερινή όραση.

  • διορατικότητα

    noun

    Η ιδιότητα του διορατικού (ΣΥΝ προορατικότητα) - Χρήσεις: Στο μοναστήρι ερχόταν πολύς κόσμος γιατί ηγούμενος ήταν ένας γέροντας με μεγάλη διορατικότητα (ΣΥΝ διόραση) [ΜΗΛΝΕΓ]

    But you will die, with or without clear vision.

    Αλλά θα πεθάνεις, με ή χωρίς την διαυγή σου διορατικότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οπτασία
    • ενόραση
    • φάσμα
    • θεώρηση
    • vision
    • όνειρο
    • βλέψη
    • φαντασία
    • οπτική
    • προσδοκία
    • φαντασίωση
    • φαντασιώνω, -ομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vision " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vision"

Φράσεις παρόμοιες με "vision" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vision" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη