Μετάφραση του "visiting" σε Ελληνικά
Το επίσκεψη είναι η μετάφραση του "visiting" σε Ελληνικά.
visiting
noun
verb
γραμματική
Present participle of visit. [..]
-
επίσκεψη
noun feminineWe will pay our friends a visit.
Θα κάνουμε μια επίσκεψη στους φίλους μας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " visiting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "visiting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κανονική Επίσκεψη
-
επανεμφανίζομαι
-
επισκέπτομαι
-
βίζιτα · επίσκεψη · επισκέπτομαι · κουβεντιάζω · κουτσομπολεύω · μένω προσωρινά κάπου · παραμονή · πηγαίνω · πηγαίνω να δω · πλήττω · προσωρινή διαμονή · πρόσκληση · συχνάζω · φλυαρώ
-
επαγγελματική κάρτα
-
επισκέπτομαι
-
υπερ-σύνδεση που έχετε επισκεφθεί
-
επίσημη επίσκεψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη