Μετάφραση του "vocal" σε Ελληνικά

Οι φωνητικός, φωνηεντικός, ενεργός, δραστήριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vocal" σε Ελληνικά.

vocal adjective noun γραμματική

Of or pertaining to the voice or speech; having voice; endowed with utterance; full of voice, or voices [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωνητικός

    adjective masculine

    of or pertaining to the voice or speech

    So you're thinking that someone was there recording vocals.

    Σκέφτεσε ότι κάποιος υπήρχε και ηχογραφούσε τα φωνητικά.

  • φωνηεντικός

    of or pertaining to a vowel

  • ενεργός, δραστήριος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαχητικός, μάχιμος
    • προφορικός
    • τραγούδι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vocal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Vocal

One of the music genres that appears under Genre classification in Windows Media Player library. Based on ID3 standard tagging format for MP3 audio files. ID3v1 genre ID # 28.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φωνητικός

    I spend every waking moment thinking about Vocal Adrenaline.

    Περνάω κάθε στιγμή μου σκεπτόμενη τη Φωνητική Αδρεναλίνη.

  • Φωνητική

    One of the music genres that appears under Genre classification in Windows Media Player library. Based on ID3 standard tagging format for MP3 audio files. ID3v1 genre ID # 28.

    I spend every waking moment thinking about Vocal Adrenaline.

    Περνάω κάθε στιγμή μου σκεπτόμενη τη Φωνητική Αδρεναλίνη.

Φράσεις παρόμοιες με "vocal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • φωνητική μουσική
  • φωνητική χορδή
  • φωνητική χορδή
  • άρθρωση · εκφορά ήχου · προφορά · φωνηεντισμός
  • άδω · αρθρώνω · προφέρω
  • εκφορά ήχου
  • Φωνητικές χορδές · φωνητικές χορδές
  • φωνητικό όργανο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vocal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη