Μετάφραση του "vocation" σε Ελληνικά

Οι επάγγελμα, κλίση, απασχόληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vocation" σε Ελληνικά.

vocation noun γραμματική

an occupation for which a person is suited, trained or qualified [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    occupation for which a person is suited

    I have taken a new vocation as a righteous merchant!

    Ασχολούμαι με ένα νέο επάγγελμα είμαι ένας ενάρετος μεγαλέμπορας!

  • κλίση

    noun feminine

    calling

    And by the way, you failed miserably at your chosen vocation.

    Και από τον τρόπο, αποτύχατε παταγωδώς Σε επιλεγμένη κλίση σας.

  • απασχόληση

    noun feminine

    It is not vocational training which constitutes the bottleneck on the EU labour market.

    Η κατάρτιση δεν αποτελεί πανάκεια για την απασχόληση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Λειτούργημα
    • καριέρα
    • επαγγελματική ομάδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vocation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vocation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vocation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη