Μετάφραση του "vocative" σε Ελληνικά

Οι κλητικός, κλητική, κλητική πτώση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vocative" σε Ελληνικά.

vocative adjective noun γραμματική

Of or pertaining to calling; used in calling or vocation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλητικός

    adjective masculine

    grammar: used in address [..]

    Greek has five cases —nominative, genitive, dative, accusative and vocative.

    Η Ελληνική γλώσσα έχει πέντε πτώσεις—ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική και κλητική.

  • κλητική

    noun feminine
  • κλητική πτώση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vocative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vocative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vocative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη