Μετάφραση του "voluntarily" σε Ελληνικά

Οι εθελοντικά, οικειοθελώς, εθελόδουλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voluntarily" σε Ελληνικά.

voluntarily adverb γραμματική

In a voluntary manner. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εθελοντικά

    adverb

    in a voluntary manner [..]

    Father Joe lives here voluntarily with his roommate.

    Ο πατέρας Τζο μένει εθελοντικά εδώ, με τον συγκάτοικο του.

  • οικειοθελώς

    adverb

    If he goes voluntarily, we're confident the French proposal will be vetoed.

    Αν φύγει οικειοθελώς, είμαστε σίγουροι ότι η γαλλική πρόταση θα απορριφθεί.

  • εθελόδουλος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκουσίως
    • εκούσια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voluntarily " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voluntarily" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη