Μετάφραση του "voter" σε Ελληνικά
Οι ψηφοφόρος, εκλογέας, εκλέκτορασ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voter" σε Ελληνικά.
voter
noun
γραμματική
One who votes. [..]
-
ψηφοφόρος
noun masculine masculine;feminineone who votes [..]
That is most definitely not the way to win the hearts and minds of Hamas voters.
Σίγουρα δεν είναι αυτός ο τρόπος για να κερδίσουμε την καρδιά και το μυαλό των ψηφοφόρων της Χαμάς.
-
εκλογέας
masculineορολογία που χρησημοποιείται σε κυκλώματα FPGA
ένας εκλογέας χρησημοποιείται για την επιλογή της σωστής τιμής
-
εκλέκτορασ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " voter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "voter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκλογονοθεία · καλπονοθεία
-
εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι
-
εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους
-
πολίτης με δικαίωμα ψήφου
-
προσέλευση στις κάλπες · συμμετοχή στις εκλογές
-
εκλογικό βιβλιάριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη