Μετάφραση του "voucher" σε Ελληνικά

Οι δελτίο, εισητήριο, διατακτική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voucher" σε Ελληνικά.

voucher verb noun γραμματική

(transitive) To establish the authenticity of; to vouch for. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δελτίο

    noun

    The voucher shall be valid for the calendar month indicated on it.

    Το δελτίο ισχύει για τον ημερολογιακό μήνα που αναγράφεται σε αυτό.

  • εισητήριο

  • διατακτική

    Tell the major that the lady and her boy will be needing a transportation voucher.

    Πες στον Ταγματάρχη ότι η κυρία και το παιδί θα χρειαστούν διατακτική μεταφοράς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγγυητής
    • κουπόνι
    • εισιτήριο
    • ένταλμα πληρωμής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " voucher " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Voucher
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δελτίο, παραστατικό

Φράσεις παρόμοιες με "voucher" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "voucher" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη