Μετάφραση του "vowel" σε Ελληνικά
Οι φωνήεν, Φωνήεν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vowel" σε Ελληνικά.
vowel
noun
γραμματική
(phonetics) A sound produced by the vocal cords with relatively little restriction of the oral cavity, forming the prominent sound of a syllable. [..]
-
φωνήεν
noun neuterletter [..]
Their middle parts ‘lpos’ and ‘nop’ contain the vowel ‘o’ but are pronounced differently.
Τα μεσαία τμήματά τους «lpos» και «nop» περιλαμβάνουν το φωνήεν «o», αλλά προφέρονται διαφορετικά.
-
Φωνήεν
sound in spoken language, articulated with an open vocal tract
Their middle parts ‘lpos’ and ‘nop’ contain the vowel ‘o’ but are pronounced differently.
Τα μεσαία τμήματά τους «lpos» και «nop» περιλαμβάνουν το φωνήεν «o», αλλά προφέρονται διαφορετικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vowel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vowel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φωνηεντόληκτος
-
Φωνηεντική αρμονία · φωνηεντική αρμονία
-
δίφθογγος
-
ετεροίωση · φωνηεντική μετάπτωση
-
φωνήεν
-
μονόφθογγος
-
δίφθογγος
-
διφθογγισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη