Μετάφραση του "wait" σε Ελληνικά

Οι περιμένω, σερβίρω, αναμονή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wait" σε Ελληνικά.

wait verb noun γραμματική

(transitive, now rare) To delay movement or action until the arrival or occurrence of; to await. (Now generally superseded by "wait for".) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιμένω

    verb

    delay until some event

    I don't plan to wait for more than thirty minutes.

    Δε σχεδιάζω να περιμένω για περισσότερο από τριάντα λεπτά.

  • σερβίρω

    verb

    to serve customers

    Earl, it was a pleasure waiting tables at your side.

    Ερλ, ήταν ευχαρίστηση να σερβίρω τραπέζια μαζί σου.

  • αναμονή

    noun

    My whole life has been one long wait, for this.

    Όλη μου η ζωή υπήρξε μια ατέλειωτη αναμονή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναμένω
    • Wait
    • αναβολή
    • αναβάλλω
    • μένω στο ίδιο μέρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wait " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wait
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αναμονή

    Wait until unit indicates it is in Ready mode.

    Αναμονή να αναφέρει η μονάδα ότι είναι έτοιμη.

Εικόνες με "wait"

Φράσεις παρόμοιες με "wait" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wait" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη