Μετάφραση του "walkout" σε Ελληνικά

Οι απεργία, αποχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "walkout" σε Ελληνικά.

walkout noun γραμματική

a sudden stoppage of work; a strike [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απεργία

    noun feminine

    He was going ahead with the walkout, but he had no idea what he was walking into.

    Προχωρούσε με την απεργία αλλά δεν ήξερε σε τι έμπλεκε.

  • αποχή

    Noun

    Then we'll stage a walkout.

    Τότε θα κάνουμε αποχή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " walkout " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "walkout" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "walkout" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη