Μετάφραση του "walled" σε Ελληνικά
Το περιτειχισμένος είναι η μετάφραση του "walled" σε Ελληνικά.
walled
adjective
verb
Pertaining a wall. [..]
-
περιτειχισμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " walled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "walled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τείχος του Βερολίνου
-
γκροτέσκος
-
Τοίχος
-
από μια μεριά
-
κουτούκι · τρύπα
-
πέτρινος τοίχος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη