Μετάφραση του "wanking" σε Ελληνικά

Το αυνανισμός είναι η μετάφραση του "wanking" σε Ελληνικά.

wanking verb

Present participle of wank. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυνανισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wanking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wanking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αυνανίζομαι · αυνανίζω · αυνανισμός · μαλακία · μαλακίζομαι · μαλακίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wanking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη