Μετάφραση του "warm" σε Ελληνικά

Οι ζεστός, θερμός, θερμαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "warm" σε Ελληνικά.

warm adjective verb noun adverb γραμματική

Having a temperature slightly higher than usual, but still pleasant; a mild temperature. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζεστός

    adjective masculine

    having a temperature slightly higher than usual

    It was warm, so I opened the window.

    Ήταν ζεστά, κι έτσι άνοιξα το παράθυρο.

  • θερμός

    adjective

    She's so warm and caring, and she accepts me for who I am.

    Είναι τόσο θερμή και περιποιητική. Με δέχεται γι'αυτό που είμαι.

  • θερμαίνω

    verb

    The mashing process is repeated twice, and each mash is warmed separately.

    Η διεργασία πολτοποίησης επαναλαμβάνεται δύο φορές και κάθε πολτός θερμαίνεται χωριστά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζεσταίνω
    • ζεσταίνομαι
    • εγκάρδιος
    • κάνω
    • καλοδιάθετος
    • στοργικός
    • Θετικός
    • αναμμένος
    • φιλόστοργος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " warm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Warm
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θερμός, ζεστός

Φράσεις παρόμοιες με "warm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Παγκόσμια θέρμανση · επίδραση του φαινομένου του θερμοκηπίου · παγκόσμια αύξηση τής θερμοκρασίας · παγκόσμια θέρμανση · σταδιακή αύξηση · υπερθέρμανση του πλανήτη · υπερθέρμανση τού πλανήτη · φαινόμενο του θερμοκηπίου
  • ζέσταμα · ζεσταίνομαι · ζεσταίνω · προθερμαίνω
  • ζέσταμα · ζεσταίνω, προθέρμανση · προθέρμανση
  • ζέσταμα · θέρμανση · προθέρμανση
  • θερμόαιμο ζώο
  • αφοσίωση · θερμότητα
  • θερμό λευκό
  • Ομοιόθερμο · θερμόαιμος · ομοιόθερμο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "warm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη