Μετάφραση του "wave" σε Ελληνικά

Οι κύμα, κυματίζω, γνέφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wave" σε Ελληνικά.

wave verb noun γραμματική

(intransitive) To move back and forth repeatedly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κύμα

    noun neuter

    moving disturbance, undulation [..]

    The waves ripple out like when you throw a stone into water.

    Τα κύματα κινούνται όπως όταν ρίχνεις μια πέτρα στο νερό.

  • κυματίζω

    verb

    to move back and forth repeatedly [..]

  • γνέφω

    verb

    to wave one’s hand

    I'm on my deck waving to you.

    Είμαι στη βεράντα και σου γνέφω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κραδαίνω
    • κουνώ
    • νεύω
    • ανεμίζω
    • τρέμω
    • Κύμα
    • νεύμα
    • σείω
    • τάση
    • πάλλω
    • δονώ
    • επισείω
    • κατσαρώνω
    • σγουραίνω
    • αναρριπίζω
    • κάνω νεύμα
    • κάνω νόημα
    • κουνάω πέρα δώθε
    • σείομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wave " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wave noun

a member of the women's reserve of the United States Navy; originally organized during World War II but now no longer a separate branch

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κύμα

    You don't like The Wave?

    Δεν σας αρέσει " Το Κύμα ";

Εικόνες με "wave"

Φράσεις παρόμοιες με "wave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wave" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη