Μετάφραση του "waybill" σε Ελληνικά
Το φορτωτική είναι η μετάφραση του "waybill" σε Ελληνικά.
waybill
noun
γραμματική
a document that lists the final destination (and other details) of each part of a cargo [..]
-
φορτωτική
The air waybill shall be made out by the consignor in three original parts.
Η αεροπορική φορτωτική συντάσσεται από τον αποστολέα σε τρία πρωτότυπα μέρη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " waybill " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη