Μετάφραση του "weak" σε Ελληνικά
Οι αδύνατος, αδύναμος, ασθενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weak" σε Ελληνικά.
Lacking in force (usually strength) or ability. [..]
-
αδύνατος
adjectivegrammar: regular in inflection [..]
I'm too weak to carry out this mission.
Είμαι πάρα πολύ αδύνατος για να πραγματοποιήσω αυτή την αποστολή.
-
αδύναμος
adjective masculinelacking in force or ability
You made him look weak in front of a beautiful woman.
Τον έκανες να φανεί αδύναμος μπροστά σε μια όμορφη γυναίκα.
-
ασθενής
noun masculineεπίθετο
Schneider's occasionally weak existing position on certain national markets does not therefore necessarily reflect its competitive potential.
Η σημερινή ασθενής θέση της Schneider σε ορισμένες εθνικές αγορές δεν αντανακλά, συνεπώς, όλο το ανταγωνιστικό δυναμικό της.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αδύνατο
- αδύνατη
- ανίσχυρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " weak " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αδύναμος, ασθενής
Φράσεις παρόμοιες με "weak" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδύνατο σημείο · αχίλλειος πτέρνα · ευαίσθητο σημείο · τρωτό σημείο
-
ασθενής αλληλεπίδραση
-
, ευκαιριών και απειλών
-
ασθενές ρεύμα
-
άμυαλος
-
μια στιγμή αδυναμίας
-
, ευκαιριών και απειλών
-
δεν ευσταθεί