Μετάφραση του "weak-willed" σε Ελληνικά

Οι άβουλος, ευθυνόφοβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weak-willed" σε Ελληνικά.

weak-willed adjective γραμματική

easily swayed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άβουλος

    adjective masculine

    irresolute

    What kind of weak-willed man allows a woman to come between him

    Τι είδους άβουλος άντρας αφήνει μια γυναίκα να μπει ανάμεσα σ'αυτόν

  • ευθυνόφοβος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weak-willed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weak-willed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη