Μετάφραση του "weariless" σε Ελληνικά

Το ακούραστος είναι η μετάφραση του "weariless" σε Ελληνικά.

weariless adjective γραμματική

Tireless; incapable of being wearied.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακούραστος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weariless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weariless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη