Μετάφραση του "wedded" σε Ελληνικά
Οι παντρεμένος, νυμφευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wedded" σε Ελληνικά.
wedded
adjective
verb
(of a couple) joined in marriage. [..]
-
παντρεμένος
adjective masculineYou're the one with the wedding ring, not me.
Εσύ είσαι παντρεμένος, όχι εγώ.
-
νυμφευμένος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wedded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "wedded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παντρειά με το στανιό
-
επιθαλάμιο · επιθαλάμιο άσμα · νυφιάτικο τραγούδι · τραγούδι τού γάμου
-
νυφικό κοστούμι
-
βέρα
-
γαμήλιοι όρκοι
-
παράμεσος
-
40η επέτειος γάμου
-
βέρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη