Μετάφραση του "weekend" σε Ελληνικά
Το σαββατοκύριακο είναι η μετάφραση του "weekend" σε Ελληνικά.
weekend
adjective
verb
noun
γραμματική
The break in the working week, usually two days including the traditional holy or sabbath day. Thus in western countries, Saturday and Sunday. Occasionally abbreviated to w/e. [..]
-
σαββατοκύριακο
noun neuterbreak in the working week [..]
I wish I could see you at the weekend.
Θα επιθυμούσα να μπορούσα να σε δω το Σαββατοκύριακο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " weekend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "weekend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκδρομέας του Σαββατοκύριακου
-
τριήμερο
-
κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο
-
Κανόνας Σαββατοκύριακου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη