Μετάφραση του "well-doing" σε Ελληνικά

Οι αγαθοεργία, αρετή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "well-doing" σε Ελληνικά.

well-doing adjective noun γραμματική

virtuous [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαθοεργία

    noun
  • αρετή

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " well-doing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "well-doing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη