Μετάφραση του "wend" σε Ελληνικά
Οι πηγαίνω, πάω, κατευθύνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wend" σε Ελληνικά.
wend
verb
noun
γραμματική
(transitive or intransitive) To go or proceed along some course or way. [..]
-
πηγαίνω
verbπηγαίνω
And polonium... what is it that wends the plug down the tube into the mass?
Πώς πάει το έμβολο από τον σωλήνα στη μάζα
-
πάω
verb -
κατευθύνομαι
verb -
διευθύνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wend
noun
γραμματική
a member of a Slavic people from the borders of Germany and Poland; a Sorb; a Kashub. [..]
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Wend" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Wend στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη