Μετάφραση του "whaler" σε Ελληνικά

Οι φαλαινοθήρας, φαλαινοθηρικό, Φαλαινοθηρικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whaler" σε Ελληνικά.

whaler noun γραμματική

One who hunts whales; a person employed in the whale fishery. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαλαινοθήρας

    noun masculine

    person who hunts whales

    You could've been a whaler as I am a doctor.

    Μπορεί να ήσουν φαλαινοθήρας, όπως εγώ είμαι γιατρός.

  • φαλαινοθηρικό

    noun neuter

    vessel for hunting whales

    Crocker, take a launch over to that whaler and arrest the crew.

    Κρόκερ, πάρε μια άκατο ως το φαλαινοθηρικό και συνέλαβε το πλήρωμα.

  • Φαλαινοθηρικό

    specialized ship designed for whaling

    Crocker, take a launch over to that whaler and arrest the crew.

    Κρόκερ, πάρε μια άκατο ως το φαλαινοθηρικό και συνέλαβε το πλήρωμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " whaler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "whaler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη