Μετάφραση του "whey" σε Ελληνικά

Οι ορός γάλακτος, ξινόγαλο, τυρόγαλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whey" σε Ελληνικά.

whey noun γραμματική

The liquid remaining after milk has been curdled and strained in the process of making cheese. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορός γάλακτος

    noun masculine

    liquid remaining after milk has been curdled

    Whey and modified whey, whether or not concentrated or containing added sugar or other sweetening matter

    Ορός γάλακτος και τροποποιημένος ορός γάλακτος, έστω και συμπυκνωμένος, ή με προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών

  • ξινόγαλο

    noun neuter

    liquid remaining after milk has been curdled

    And that's edible now just having been soaked or sat in whey?

    Και είναι βρώσιμο τώρα επειδή διατηρήθηκε σε ξινόγαλο;

  • τυρόγαλα

    noun neuter

    The sugar separated from milk or whey by purification and drying.

    Σάκχαρο, διαχωριζόμενο από το γάλα ή το τυρόγαλα με καθαρισμό και ξήρανση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τυρόγαλο
    • Τυρόγαλα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " whey " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "whey"

Φράσεις παρόμοιες με "whey" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "whey" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη