Μετάφραση του "whipping" σε Ελληνικά
Οι μαστίγωμα, μαστιγώνω, κατατρόπωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whipping" σε Ελληνικά.
whipping
noun
adjective
verb
γραμματική
(countable) The punishment of being whipped. [..]
-
μαστίγωμα
All need a good whipping, if you ask me.
Καλό θα τους έκανε ένα καλό μαστίγωμα, αν θέλετε τη γνώμη μου.
-
μαστιγώνω
VerbYou just remember, it ain't me that's whipping you.
Να θυμάσαι, δεν είμαι εγώ που σε μαστιγώνω.
-
κατατρόπωση
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μαστίγωση
- νίλα
- ξυλοδαρμός
- πανωλεθρία
- φιάσκο
- φραγγέλωμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " whipping " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "whipping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έρανος
-
κεραία Μαστίγιο
-
αρχηγός κοινοβουλευτικής ομάδας · βούρδουλας · δένω · δέρνω · καμουτσίκι · καμτσίκι · κατατροπώνω · κρουω · κτυπήστε · μαστίγιο · μαστιγώνω · φραγγέλιο · φραγγελώνω · χτυπάω
-
Κουμπί "Γέμιση κρέμας σαντιγύ"
-
ξεπετάω
-
βγάζω απότομα
-
μουνόδουλος
-
αποδιοπομπαίος τράγος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη