Μετάφραση του "whispering" σε Ελληνικά
Το ψιθυρισμός είναι η μετάφραση του "whispering" σε Ελληνικά.
whispering
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of whisper. [..]
-
ψιθυρισμός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " whispering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "whispering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψιθυρίζω
-
ψιθυριστής
-
χαλασμένο τηλέφωνο
-
«Σε παρακαλώ», ψιθύρισε αλαφιασμένος ο Χάρι, «σταμάτα.»
-
μουρμούρισμα · ψίθυρος · ψιθυρίζω · ψιθυρισμός · ψιθύρισμα
-
μουρμούρισμα · ψίθυρος · ψιθυρίζω · ψιθυρισμός · ψιθύρισμα
-
μουρμούρισμα · ψίθυρος · ψιθυρίζω · ψιθυρισμός · ψιθύρισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη