Μετάφραση του "whistling" σε Ελληνικά

Το σφύριγμα είναι η μετάφραση του "whistling" σε Ελληνικά.

whistling noun verb γραμματική

Present participle of whistle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφύριγμα

    neuter

    We'll keep an ear out for the whistle.

    Θα έχουμε το νου μας για το σφύριγμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " whistling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "whistling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "whistling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη