Μετάφραση του "white" σε Ελληνικά
Οι λευκός, άσπρος, άσπρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "white" σε Ελληνικά.
Bright and colourless; reflecting equal quantities of all frequencies of visible light. [..]
-
λευκός
adjective masculineof or relating to Caucasians [..]
Tom eats only white meat.
Ο Τομ τρώει μόνο λευκό κρέας.
-
άσπρος
adjective masculinebright and colourless [..]
The wall is white on the outside and green on the inside.
Ο τοίχος είναι άσπρος εξωτερικά και πράσινος εσωτερικά.
-
άσπρο
noun neutercolor/colour [..]
With this white and brown pill, you'll understand everything about Buddhism.
Με αυτό το άσπρο και καφέ χάπι, θα καταλάβεις τα πάντα για το Βουδισμό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λευκό
- ασπράδι
- λεύκωμα
- ασπράδα
- λευκότητα
- μάτι
- ασπρίζω
- αγαθός
- Λευκό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " white " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A surname, derived from the common noun white . [..]
-
λευκός
nounWhite to play and win.
Είναι να παίξουν τα λευκά και να κερδίσουν.
-
άσπρο
noun neuterWith this white and brown pill, you'll understand everything about Buddhism.
Με αυτό το άσπρο και καφέ χάπι, θα καταλάβεις τα πάντα για το Βουδισμό.
-
Καυκάσιος
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ινδοευρωπαίος
- Λευκό, άσπρο
Εικόνες με "white"
Φράσεις παρόμοιες με "white" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αβγό · ασπράδι · ασπράδι αυγού
-
Ασπροσουσουράδα
-
η χιονάτη και οι επτά νάνοι · κατάλευκος
-
ασπρόμαυρο εφέ