Μετάφραση του "whitewash" σε Ελληνικά
Οι ασβεστώνω, ασπρίζω, ασβεστόνερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "whitewash" σε Ελληνικά.
whitewash
verb
noun
γραμματική
A lime and water mixture for painting walls and fences bright white. [..]
-
ασβεστώνω
verbpaint
Gleaming whitewashed houses and shops line its winding streets.
Αστραφτερά ασβεστωμένα σπίτια και μαγαζιά βρίσκονται παραταγμένα στους ελικοειδείς της δρόμους.
-
ασπρίζω
verbpaint
Ain't every day a boy gets to whitewash a fence.
Δεν έχω κάθε μέρα ευκαιρία ν ́ ασπρίζω ένα φράχτη.
-
ασβεστόνερο
Noun neuterlime and water mixture
You can never have enough whitewash, as my grandfather used to say.
Ποτέ δεν έχεις αρκετό ασβεστόνερο, όπως έλεγε ο παππούς μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καλύπτω λάθη
- αθωώνω
- ξάσπρισμα
- συγκαλύπτω
- μπαλώνω
- ωραιοποιώ
- απαλλάσσω από ενοχές
- απενοχοποίηση
- απενοχοποιώ
- πενάω στο ντούκου
- στάχτη στα μάτια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " whitewash " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη