Μετάφραση του "wicked" σε Ελληνικά

Οι κακός, μοχθηρός, κακοήθης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wicked" σε Ελληνικά.

wicked adjective noun verb adverb γραμματική

(slang, New England, UK) Very, extremely. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κακός

    adjective masculine

    evil or mischevous

    Just yesterday I said that was a wicked world.

    Μόλις χθες είπατε ότι ο κόσμος είναι κακός.

  • μοχθηρός

    adjective masculine

    I command thee, demon, who art wicked and disobedient!

    Σε διατάζω, δαίμονα.., που είσαι αριστοτεχνικά μοχθηρός και ανυπάκουος!

  • κακοήθης

    adjective

    Will you think me very wicked if I confess to being pleased that Cesare is away?

    Θα με θεωρούσατε κακοήθη αν ομολογούσα πως χαίρομαι που ο Τσεζάρε λείπει;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αχρείος
    • αμαρτωλός
    • κακεντρεχής
    • και γαμώ
    • κακόβουλος
    • φαύλος
    • αισχρός
    • απαίσιος
    • τρομερός
    • δεινός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wicked " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wicked" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wicked" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη