Μετάφραση του "widowed" σε Ελληνικά

Το χήρος είναι η μετάφραση του "widowed" σε Ελληνικά.

widowed adjective verb

(of a previously married person) whose spouse has died; who has become a widow or widower. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χήρος

    noun masculine

    I'd take that any day over being a widower.

    Θα το προτιμούσα από το να είμαι χήρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " widowed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "widowed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "widowed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη