Μετάφραση του "wildfire" σε Ελληνικά
Οι υγρόν πυρ, ερυσίπελας, πυρκαγιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wildfire" σε Ελληνικά.
wildfire
noun
γραμματική
A rapidly spreading fire, often occurring in wildland areas, that is out of control reference needed . [..]
-
υγρόν πυρ
-
ερυσίπελας
noun neuter -
πυρκαγιά
noun feminineNews of the zone must have spread like wildfire.
Τα νέα γιά τη ζώνη πρέπει να έχουν εξαπλωθεί σαν πυρκαγιά.
-
δασική πυρκαγιά
uncontrolled fire in an area of combustible vegetation that occurs in the countryside or a wilderness area
For example, they might use the word kambambarra when speaking of a bushfire or wildfire.
Λόγου χάρη, θα χρησιμοποιούσαν τη λέξη γκαμπάμπαρα για να περιγράψουν μια μεγάλη δασική πυρκαγιά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wildfire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "wildfire"
Φράσεις παρόμοιες με "wildfire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναπτύσσομαι, αυξάνομαι ανεξέλεγκτα · απλώνομαι σαν γάγγραινα · διαδίδομαι αστραπιαία · εξαπλώνομαι αστραπιαία · παίρνω διαστάσεις επιδημίας
-
προσεγγίζω εκρηκτικές διαστάσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη