Μετάφραση του "wind" σε Ελληνικά
Οι άνεμος, αέρας, τυλίγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wind" σε Ελληνικά.
(countable, uncountable) Real or perceived movement of atmospheric air usually caused by convection or differences in air pressure. [..]
-
άνεμος
noun masculinemovement of air [..]
Sometimes I can run as fast as the wind.
Κάποτε θα μπορώ να τρέχω τόσο γρήγορα όπως ο άνεμος.
-
αέρας
noun masculineI am the wind beneath her wings, and I just need to be sure she remembers that.
Είμαι ο αέρας κάτω από τα φτερά της και θέλω να δω αν το θυμάται.
-
τυλίγω
verbturn coils of something around
When I get insomnia... I wind a rope around my neck.
Όταν έχω αϋπνίες, τυλίγω γύρω από τον λαιμό μου ένα σχοινί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανάσα
- κουρδίζω
- ελίσσομαι
- περιελίσσω
- φυσώ
- αέριο
- εκφύσημα
- πνοή
- αναπνοή
- αερολογία
- αιολικός
- κούφια λόγια
- αγιάζι
- κουβαριάζομαι
- τυλίγομαι
- Άνεμος
- κλανιά
- πορδή
- στρέφω
- στροφή
- ανεμίζω
- καμπυλώνω
- κούρδισμα
- κούρντισμα
- κυρτώνω
- οσμίζομαι
- στρίβω
- στρίψιμο
- σηκώνω
- πνευστά όργανα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wind " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wind (song) [..]
-
Άνεμος, αέρας
WIND (Italy)
"WIND" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το WIND στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "wind"
Φράσεις παρόμοιες με "wind" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αιολική ενέργεια
-
κόντρα στον άνεμο
-
θυελλώδης άνεμος
-
όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες
-
Αληγείς άνεμοι · αληγείς · αληγείς άνεμοι
-
κόβω τον αέρα, τη φόρα, σε κπ
-
αιολική διάβρωση