Μετάφραση του "window" σε Ελληνικά

Οι παράθυρο, βιτρίνα, άνοιγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "window" σε Ελληνικά.

window verb noun γραμματική

An opening, usually covered by one or more panes of clear glass, to allow light and air from outside to enter a building or vehicle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράθυρο

    noun neuter

    opening for light and air [..]

    We could see the sunset from the window.

    Μπορούσαμε να δούμε το ηλιοβασίλεμα από το παράθυρο.

  • βιτρίνα

    noun feminine

    Just as she was about to leave the store, she saw a beautiful dress in the window.

    Πάνω που ήταν έτοιμη να βγεί από το κατάστημα, είδε ένα ωραίο φόρεμα στη βιτρίνα.

  • άνοιγμα

    noun neuter

    The window shall be inserted into the top panel of the codend.

    Το άνοιγμα διαφυγής τοποθετείται στο στην πλευρά του σάκου της τράτας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θυρίδα
    • διάστημα
    • διάλειμμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " window " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Window

Window (computing)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παράθυρο, θυρίδα

Εικόνες με "window"

Φράσεις παρόμοιες με "window" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "window" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη