Μετάφραση του "windshield" σε Ελληνικά

Οι παρμπρίζ, Παρμπρίζ, αλεξήνεμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "windshield" σε Ελληνικά.

windshield verb noun γραμματική

(North America) A transparent screen made of glass, located at the front of a vehicle in front of its occupants to protect them from the wind and weather. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρμπρίζ

    noun neuter

    screen located in front of a vehicle to protect from wind and weather

    I found it on my car windshield a couple of years ago.

    Βρήκα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου μερικά χρόνια πριν.

  • Παρμπρίζ

    front window of vehicle

    I found it on my car windshield a couple of years ago.

    Βρήκα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου μερικά χρόνια πριν.

  • αλεξήνεμο

    Noun

    - weight savings (a bi-layer windshield could save up to 2,5 kg per square meter),

    - μικρότερο βάρος (ένα ιστρωματικό αλεξήνεμο είναι ελαφρύτερο μέχρι και κατά 2,5 χιλιόγραμμα ανά τετραγωνικό μέτρο),

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανεμοθώρακας
    • αλεξήνεμον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " windshield " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "windshield"

Φράσεις παρόμοιες με "windshield" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "windshield" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη