Μετάφραση του "wingless" σε Ελληνικά

Το άπτερος είναι η μετάφραση του "wingless" σε Ελληνικά.

wingless adjective γραμματική

Having no, or only rudimentary, wings. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπτερος

    Adjective masculine

    lacking wings

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wingless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "wingless"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wingless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη