Μετάφραση του "winnowing" σε Ελληνικά
Το λίχνισμα είναι η μετάφραση του "winnowing" σε Ελληνικά.
winnowing
noun
verb
γραμματική
Present participle of winnow. [..]
-
λίχνισμα
nounOften ‘winnowing’ is used in a figurative sense.
Πολλές φορές το “λίχνισμα” χρησιμοποιείται με μεταφορική έννοια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " winnowing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "winnowing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξεδιαλέγω
-
αερίζω · ανεμίζω · διακρίνω · εξετάζω · κοσκινίζω · λιχνίζω · ξεδιαλέγω · ξεσκαρτάρω · ξεχωρίζω · σταχυολογώ
-
Λιχνιστική μηχανή
-
λιχνιστής
-
αερίζω · ανεμίζω · διακρίνω · εξετάζω · κοσκινίζω · λιχνίζω · ξεδιαλέγω · ξεσκαρτάρω · ξεχωρίζω · σταχυολογώ
-
αερίζω · ανεμίζω · διακρίνω · εξετάζω · κοσκινίζω · λιχνίζω · ξεδιαλέγω · ξεσκαρτάρω · ξεχωρίζω · σταχυολογώ
-
αερίζω · ανεμίζω · διακρίνω · εξετάζω · κοσκινίζω · λιχνίζω · ξεδιαλέγω · ξεσκαρτάρω · ξεχωρίζω · σταχυολογώ
-
αερίζω · ανεμίζω · διακρίνω · εξετάζω · κοσκινίζω · λιχνίζω · ξεδιαλέγω · ξεσκαρτάρω · ξεχωρίζω · σταχυολογώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη