Μετάφραση του "wipe" σε Ελληνικά
Οι σκουπίζω, καθαρίζω, σφουγγίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wipe" σε Ελληνικά.
wipe
verb
noun
γραμματική
(transitive) To move an object over, maintaining contact, with the intention of removing some substance from the surface. ( cf. rub) [..]
-
σκουπίζω
verbremove surface substance
But when I wipe mustard off your lip, that's just me being helpful.
Αλλά όταν σκουπίζω μουστάρδα από τα χείλη σου, απλά προσπαθώ να βοηθήσω.
-
καθαρίζω
verbSomebody wanted to wipe him out and whatever he had in that apartment.
Κάποιος ήθελε να τον καθαρίσει καθώς και ό, τι είχε στο διαμέρισμα.
-
σφουγγίζω
That's the last time I wipe up your blood!
Τελευταία φορά που σφουγγίζω το αίμα σου!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σκουπίστε
- ξεσκονίζω
- εξοβελίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wipe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wipe
-
Εξαλείφω, σβύνω
Εικόνες με "wipe"
Φράσεις παρόμοιες με "wipe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σταδιακή εμφάνιση, σβήσιμο με αναπήδηση
-
σκουπίζω τα παπούτσια μου · σκουπίζω τα πόδια μου
-
καθαρίζω
-
μωρομάντηλο
-
ισοπεδώνω · σαρώνω
-
σβήσιμο απομακρυσμένης συσκευής
-
σκουπίζω
-
Σταδιακή εμφάνιση, σβήσιμο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη